Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008

ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΚΑΙ Η ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΟΡΘΟΥ

«Κάτω απ' την κληματαριά, πόσο μου 'λειψες πατρίδα…Πόσα μες τον ήλιο σου θάματα δεν είδα… ρε πατρίδα και νησί μου, στάζεις σαν το βάλσαμο μέσα στην ψυχή μου…» - αντιλαλούντες στίχοι στη ψυχή πολλών ξενιτεμένων Ελλήνων. Αχ, αυτή η πολλά υποσχόμενη θαλπωρή της Ελληνικής κληματαριάς – οι ατέρμονες παρέες στον ίσκιο της, ο καρπός στο τραπέζι και οι θερινοί ύπνοι κάτω από το πυκνό φύλλωμα. Σύμβολο ξέγνοιαστων νυκτών στις Ελληνικές αυλές, μακριά από την πολυπολιτισμική ανασφάλεια της ξενιτιάς, όπου Έλληνες κάποτε μοχθούσαν με όνειρο τον νόστο σε μία χώρα όπου όποιος δεν διέθετε αυλή με κληματαριά τουλάχιστον μπορούσε να κοιμάται με τα παράθυρα ανοικτά τα βράδια.

Το σύμβολο χάθηκε στις μέρες μας και το τραγούδι του Νταλάρα έπαψε να ηχεί στις καρδιές μας. Σπανίως ακούγεται πλέον. Εξ άλλου, η έννοια της «κληματαριάς» πέθανε και έγινε «αμπέλι». Κι αυτό… «ξέφραγο».

Θυμώνω. Με δεκάδες διαρρήξεις στο ιστορικό της γειτονιάς μου, τις νύχτες βλέπω τα παιδιά μου να κοιμούνται στο κλειδαμπαρωμένο τους δωμάτιο, γνωρίζοντας ότι ουδέποτε γνώρισαν τον ύπνο με ανοιχτά παράθυρα και ίσως ουδέποτε θα μπορέσουν να βιώσουν την σιγουριά της πάλαι ποτέ Ελληνικής γειτονιάς. Τις μέρες, όλο και πιο συχνά νοιώθω ξένος σε πολλές περιοχές της πόλης μου, με την αίσθηση ότι είμαι ένας παθητικός αποδέκτης μίας αλλόκοτης εισβολής αμφιβόλου προελεύσεως. Ίσως δεν θα αισθανόμουν έτσι εάν είχα γεννηθεί τα τελευταία 10 χρόνια, αλλά είμαι καταραμένος να έχω βιωματική μνήμη.

Πάντως φαίνεται ότι κάποιοι(;) έχουν προνοήσει για την αντιμετώπιση αυτής μου της μνήμης. (Τώρα καταλαβαίνω και γιατί ξαναγράφονται τα σχολικά βιβλία της ιστορίας) Αγανακτώ. Πως αλλιώς εξηγούνται οι ενοχές μου ότι είμαι ένας κατάφρονος «ρατσιστής»; Μήπως επειδή τα βράδια είμαι καταδικασμένος να βλέπω προγράμματα όπου κυριαρχούν συζητήσεις εμφυσούσες μου την ενοχή ότι είμαι «μισαλλόδοξος» και ότι πρέπει να αγκαλιάσω την «διαφορετικότητα»; Και γιατί όχι; Ο Λαζόπουλος είναι καλύτερος από μένα; Ο πολιτικά ορθός λόγος των ΜΜΕ μ’ έχει κατατροπώσει· όπως προφανώς και τους περισσότερους ομόεθνούς μου, αίτινες διαμαρτυρόμενοι για την ανεξέλεγκτη εισβολή λαθρομεταναστών, δεν τους λείπει το πρόθεμα «Δεν είμαι ρατσιστής, αλλά...».

Ξέρουν να ψηλαφούν τις ευαίσθητες μου χορδές: Κι εμείς υπήρξαμε μετανάστες. Κι εμείς ταλαιπωρηθήκαμε σε ξένες χώρες. Δοκιμάζεται το φιλότιμό μου. Όμως, γιατί δεν πείθομαι; Μήπως επειδή εγώ πέρασα από κόσκινα για να εισέλθω νόμιμα σε ξένες χώρες; Ίσως επειδή δεν επέβαλλα την παρουσία μου απρόσκλητος; Μήπως επειδή δεν ήμουν ο κύριος παράγων μίας καλπάζουσας εγκληματικότητας; Ναι, αλλά σίγουρα πρέπει να συγκινηθώ από τον όρο «πρόσφυγας», που όλο και συχνότερα χρησιμοποιείται από τα ΜΜΕ αντί του «οικονομικού (λαθρο)μετανάστη». Προφανώς κάποιοι θεωρούν πως είναι ευκολότερο να αποδεχθώ εισβολείς απευθυνόμενοι στα ευαίσθητα, λόγω ιστορικών εμπειριών, αντανακλαστικά της ελληνικής μου κοινωνίας. Κι όμως, με μερικές εξαιρέσεις, δεν συγκινούμαι. Εγώ έγινα πρόσφυγας από τον τόπο μου στον συνορεύοντά μου τόπο, εκεί που μιλούσα την ίδια γλώσσα και εμπλούτισα τον πολιτισμό μου. Οι λόγοι που ώθησαν ένα Κινεζοαλβανοαφροασιατικό συνονθύλευμα στο κατώφλι μου παρασάγγες απέχουν από το Τούρκικο γιαταγάνι που ξερίζωσε τους προγόνους μου από Ελληνικά εδάφη.

Τελευταία βλέπω και μερικούς που απειλούνται με απέλαση να στήνουν αντίσκηνα σε δημόσιους χώρους και να κάνουν απεργίες πείνας. Αίτημά τους είναι η παραμονή στην χώρα μου, επειδή, όπως λένε, εάν επιστρέψουν στις πατρίδες τους θα διωχθούν από τα καθεστώτα. Ούτε εδώ συγκινούμαι, επειδή όταν το καλοσκέφτομαι, πιστεύω ότι εάν εγώ είχα την δύναμη να απεργήσω με κίνδυνο την ζωή μου, σίγουρα θα είχα την δύναμη να επιστρέψω στα πάτρια μαχόμενος για τα πιστεύω μου. Κι ας το έκανα μέσα από κελί. (Που ‘σαι βρε Σωκράτη!)

Όπως εκ των πραγμάτων υποχρεώνομαι κι εγώ να μάχομαι για τα δικά μου πιστεύω, επειδή τελευταία έχω κριθεί ένοχος που αγαπώ τα χαρακτηριστικά της φυλής μου και δηλώνω ότι δεν μου αρέσει να βλέπω την μετάλλαξη της εθνο-φυλετικής σύστασης του τόπου μου. Έχω κριθεί «ρατσιστής» χωρίς να έχω επιβληθεί σε καμία «ράτσα» και χωρίς να λοιδορώ κανένα λαό.

Εξοργίζομαι. Αβοήθητος βλέπω την δική μου Ελληνική διαφορετικότητα να βάλλεται στη γενέτειρά της, όχι τόσο από τους μετανάστες, όσο από κάποιους ομόεθνούς μου, το ίδιο συνάφι ενός ακατανόμαστου στις Θερμοπύλες. Τόσα χρόνια Έλληνας… φταίω που έχω κρίση; Ή είμαι ένας γραφικός που βλέπει παντού πολιτικές σκοπιμότητες που θα διαλύσουν το «έθνος» (λέξη που ήδη τείνει να ισοδυναμεί με βρισιά); Αλλά πως να μη συσχετίζω τους πολιτικάντηδες του παρελθόντος με αυτούς του παρόντος; Προ 30 χρόνια οι επιδρομές των πρώτων στα καφενεία των χωριών βρήκαν πρόσφορο έδαφος για ψηφοφόρους όπως οι σημερινές επιδρομές των δεύτερων σε καταυλισμούς «προσφύγων», πολυφυλετικών σχολείων και «Στεκιών Μεταναστών» αποβλέπουν στις ψήφους των ανερχόμενων… «πολιτών». Κι όπως ξέρει ο κάθε αγρότης, η φύση δεν αρέσκεται σε κενά. Όπου υπάρχει ακαλλιέργητο χωράφι φυτρώνουνε ζιζάνια. Μετάφραση: Η πολιτική των μεν άδειασαν την ύπαιθρο δια του «ψηφίστε με να σας βολέψω», ενώ η των δε θα την γεμίσει δια του «ψηφίστε με όταν σας Ελληνοποιήσω». (Άλλαξε τα ρούχα του ο Μανωλιός, και τα φόρεσε αλλιώς…) Οδοστρωτήρας ο πολιτικά ορθός λόγος εκάστης εποχής. Το προ τριακονταετίας «Η Ελλάδα για τους Έλληνες» ξεβολεύτηκε από το «Η Ελλάδα για τον Έλληνα… πολίτη». Ό, τι δεν κατάφεραν 400 χρόνια ξένου ζυγού, έφεραν εις πέρας σε μερικές δεκαετίες ντόπιοι καιροσκόποι.

Πάντως, εγώ δεν αφουγκράζομαι. Κι ας έχω ερωτηθεί από στατιστικολόγους ποια είναι η στάση μου στην ραγδαία παρουσία τόσων μεταναστών στη χώρα μου. Από τα αποτελέσματα της έρευνας του Ευρωβαρομέτρου (2005) είναι προφανές πως η ελληνική κοινωνία είναι συντριπτικά αντίθετη (87%) στην μετατροπή της σε «πολυπολιτισμική». Οι υποστηρικτές του «πολυπολιτισμού», αν και πολιτικώς κυρίαρχοι, αποτελούν ασήμαντη κοινωνική μειοψηφία που όχι απλώς δεν σέβεται τις απόψεις της πλειοψηφίας, αλλά αντιθέτως τις υβρίζει συστηματικώς ως «ρατσιστικές», «φασιστικές» και «αντιδημοκρατικές» (ταλαιπωρημένες έννοιες και χιλιοειπωμένα φόβητρα που φιμώνουν τον λαό). Μήπως οι μοναδικοί που δεν σέβονται την λαϊκή βούληση και την δημοκρατία είναι οι υποστηρικτές του «πολυπολιτισμού»; Μήπως υπό το λάβαρο της απόλυτης ισότητας αυτοί ορέγονται μίας απολύτου αρχής επί των ίσων; Υποπτεύομαι ότι οι επίδοξοι δημιουργοί πολυπολιτισμικών χωνευτηρίων εξυπηρετούν τα συμφέροντα πολυεθνικών εταιριών και καθεστώτων που ευδοκιμούν σ’ ένα κόσμο κοινωνικού διχασμού και ιδιωτείας. Ο μόνος πολιτισμός που αναδύεται εξ αυτού είναι αυτός της κοινωνικής εσωστρέφειας και της ασύδοτης κατανάλωσης. Εξ άλλου έχουμε ζωντανά παραδείγματα τέτοιων κοινωνιών (βλ. ΗΠΑ). Εκεί κι αν βάλλεται η… «διαφορετικότητα». Απλούστατα, χάνεται μέσα σε τρεις γενιές.

Θλίβομαι. Βλέπω τα θύματα των καιροσκόπων να παρελαύνουν με πανό: ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ. ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ. ΓΚΡΕΜΙΣΤΕ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ. Επιστρατεύονται για να «αλλάξουν» έναν κόσμο ήδη κορεσμένο από αλλαγές. Περιθωριακοί, αφελείς φοιτητές, τσακισμένοι γεροαναρχικοί, οι περισσότεροι εκ των οποίων ουδέποτε μετείχαν σε υγιής κοινωνικούς ιστούς, ουδέποτε ανέπτυξαν ιστορική μνήμη πέραν μερικών ιδεολογικών συγγραμμάτων, ουδέποτε μόχθησαν να δημιουργήσουν, να γεννήσουν... Όλα αυτά είναι δύσκολα. Ευκολότερο είναι να γκρεμίζει κανείς, να ισοπεδώνει... κι ας μην έχει κατά νου τι να στήσει πάνω στα ερείπια. Όπως ευκολότερο είναι για κάποιον να γίνεται μέλος ενός άναρχου όχλου από το να εντάσσεται στο «εμείς» μίας κοινωνίας με τα δομικά υλικά της οικογένειας, την παράδοσης, του έθνους.

Πάντως ελπίζω. Νοιώθω ότι όλο και περισσότεροι Έλληνες βλέπουν τι διακυβεύεται εάν συνεχίσει η ανεξέλεγκτη εισροή (λαθρο)μεταναστών στη χώρα μας, ειδικά τώρα που η ανεργία αυξάνεται… Καιρός είναι να καταλάβουμε ότι όπως και το καλό κρασί χρειάζεται χρόνο σ’ ένα σταθερό περιβάλλον χωρίς επιπρόσθετες νοθείες για την επιθυμητή ζύμωση, έτσι και μία κοινωνία χρειάζεται σταθερότητα και χρόνο για την καλλιέργειά της. Και στις δύο περιπτώσεις, οι αδιάκριτες προσμίξεις ξιδιάζουν... Άρα, για να μη νοιώσουμε κάποια στιγμή διωγμένοι κι εμείς από την χώρα μας, ας εντάξουμε μόνον όσους μετανάστες μπορεί να ανεχθεί ο τόπος, και αυτό με αυστηρότατα κριτήρια ως προς το ποιόν τους. Αλλοίμονο κι αν υποκύψουμε σε εκβιασμούς και ρατσιστοφοβίες. Ας νοικοκυρευτούμε σε σημείο που η «κληματαριά» θα επανακτήσει τον συμβολισμό της. Εάν αγαπούμε την δική μας διαφορετικότητα, πρέπει να πούμε: Φτάνει πια!

Αχ, βρε πατρίδα. «Κάτω απ' την κληματαριά, πόσα και δε μου 'χεις κάνει. Πόσες πίκρες μου 'δωσες, ο νους σου δεν το βάνει.»

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΥ ΖΑΧΑΡΙΟΥ

(Γράφτηκε 3 Δεκεμβρίου 2008 - 4 ημέρες πρίν τις επιθέσεις των κουκουλοφόρων στο πανελλήνιο)

Ο ΑΛΒΑΝΟΣ, ΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΑΙΟΣ


Του Παναγιώτη Τερπάνδρου Ζαχαρίου

«Τὸ πρῶτο σου χρέος, ἐκτελώντας τὴ θητεία σου στὴ ράτσα, εἶναι νὰ νιώσεις μέσα σου ὅλους τοὺς προγόνους. Τὸ δεύτερο, νὰ φωτίσεις τὴν ὁρμή τους καὶ νὰ συνεχίσεις τὸ ἔργο τους. Τὸ τρίτο σου χρέος, νὰ παραδώσεις στὸ γιὸ τὴ μεγάλη ἐντολὴ νὰ σὲ ξεπεράσει.»
Νίκος Καζαντζάκης - Ἀσκητική


Δευτέρα πρωί στην Κίσσαμο, καταμεσής της περιόδου των κουκουλοφόρων ορδών. Σταματημένος σε ένα πρατήριο για καύσιμα, με ξάφνιασε η πρωτόγνωρη μουσική ηχούσα εξ ενός ολοκαίνουργιου Mercedes που μόλις έφευγε. Έκδηλη η απορία στα μάτια μου, ο πρατηριούχος προθυμοποιήθηκε να μου την λύσει: «Τόνε βλέπεις τον Αλβανό; Προ δέκα χρόνια ήρθε ‘δω χωρίς βρακί και τώρα το παίζει μάγκας...»

Στην συνέχεια έμαθα ότι ο αλλοδαπός είχε συγκροτήσει ομάδα ομοεθνών του και δρούσε ως εργολάβος «συμμισιακού» λιομαζώματος. Μωρέ μπράβο του, σκέφτηκα... ο άνθρωπος δεν το «έπαιζε» αλλά ήτανε «μάγκας». Και σίγουρα περισσότερο από μερικούς δικούς μας που σπαταλούσαν τόση ενέργεια ραβδίζοντας τζαμαρίες αντί για ελιές.

Και λέγω τώρα εγώ… μήπως κάτι δεν πάει καλά με εμάς τους Ελληνάρες, των οποίων τα καλοταϊσμένα μας νιάτα ξεχύνονται στους δρόμους για να εκτονώσουν την αμφιβολία για το μέλλον τους στην αγορά εργασίας όταν πολλοί ξένοι στον τόπο μας προκόβουν με τον ιδρώτα τους; Βλέποντας πως αχρηστεύσαμε την γενιά των σημερινών εικοσάρηδων, την γενιά της μασημένης τροφής, μήπως θα έπρεπε να αναθεωρήσουμε αυτά που τους κληροδοτήσαμε;

Το ένα είναι σίγουρο, εάν ο Μπιθηκότσης ζούσε σήμερα ίσως να τραγουδούσε «Μη χαζοκοιτάς τις μάντρες, η δουλειά κάνει τους άνδρες... μη λιθοβολάς τα τζάμια, όσοι είναι παλληκάρια... το γιαπί, το πιλοφόρι, το μιστρί... Ρημαδιό ζωή και σπίτι απ' τα χούγια σου αλήτη, που μετράς το αντριλίκι με φωτιές...»

Ναι, το χαλί για τους κουκουλοφόρους το στρώσαμε εμείς οι σαραντο-πενηνταρο-εξηντάριδες που αφεθήκαμε στην μεταπολιτευτική «υπερδιόρθωση» των πραγμάτων. Όπως λέει και ο Δημήτρης Νατσιός: Για να τινάξουμε την «επταετή» σκόνη (της Χούντας), πετάξαμε και τα ενδύματα, χωρίς να καταλάβουμε ότι γυμνωθήκαμε από αξίες. Κάθε αναφορά σε αυτές παρέπεμπε στη Δικτατορία. Καταστρέψαμε τις ρίζες μας και άνοιξε η Άβυσσος κάτω από τα πόδια μας. Νομίσαμε ότι εάν παραμέναμε Έλληνες, όπως οι πατεράδες μας, θα μέναμε πίσω, θα ήμασταν συντηρητικοί. Μας έφαγε η πρόοδος η πολλή, η αχώνευτη. «Κόψαμε δρόμο» και χάσαμε τον προσανατολισμό μας. Υψώσαμε σε εθνικό ιδεώδες τον «πολιτισμό» της Δύσης – διαφορετικό από πολλές απόψεις από τον δικό μας – μόνο και μόνο επειδή ήταν υλικά υπέρτερος. Με άλλα λόγια, από Έλληνες, γίναμε Γραικύλοι μασκαράδες.

Ζαβλακομένοι από την εφήμερη υλική ευμάρεια, θραμένη από μια αμφίβολη τουριστική ανάπτυξη και Ευρωπαϊκά «πακέτα», στραφήκαμε στην απόκτηση περιουσίας και στην καλοπέραση... Μετατραπήκαμε σε φαντασιόπληκτα «ψώνια» των περιοδικών του «λάιφ στάιλ» και υποβαθμήσαμε τον πολιτισμό γύρω απο το «έχειν», το «αυτοκίνητο» και την «καφετέρια». Με κάθε ευκαιρία ψωνίζαμε και κάναμε διακοπές στο εξωτερικό επιδεικτικά προς αλλήλους με το ελαφρυντικό ότι θα γνωρίζαμε και άλλους πολιτισμούς. Τι κι αν είχαμε ξεχάσει τον δικό μας - αυτόν που θα μας τον θύμιζαν τα ξένα μουσεία...;

Σήμερα, για τα παιδιά της αναρωτιέται η τώρα πια μεσόκοπη αφασία: «Γιατί ξεσηκώνονται; Τι τους φταίνε τα μαγαζιά, τα αυτοκίνητα; Γιατί τα σπάνε και τα καίνε;» Μα είναι αυτονόητο. Αυτά συμβολίζουν τις μόνες αξίες με τις οποίες εμείς τα μεγαλώσαμε, και με το απένταρό τους μέλλον που σήμερα διαγράφεται γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν θα τις απολαύσουν ποτέ. Πέρα από μία πενιχρή δημοσιο-υπαλληλίστικη θέση του «βολέματος», ή το αβέβαιο μαγαζί του μπαμπά, τα περιθώρια στενεύουν για να ζήσουν την ζωή των καταναλωτικών τους προτύπων. Είναι τραγικό να ξέρεις ότι ουδέποτε θα μπορέσεις να ξεπεράσεις την παμφάγο γενιά που σε ανέθρεψε - στον «υλικό» τομέα, τουλάχιστον, επειδή στον πνευματικό δεν χρειάζεται και πολύ προσπάθεια...

Πως φτάσαμε έως εδώ; Με το σύμπλεγμα των πάλαι ποτέ «καταπιεσμένων», η γενιά του Πολυτεχνείου δεν ήθελε να καταπιέσει τα παιδιά της με την απαγόρευση, την πειθαρχία, τον σεβασμό. Θεωρήσαμε «φασιστική» την εμφύσηση αγάπης για το ένδοξο παρελθόν μας, για τον τόπο μας. Κι ενώ εμείς καταπιανόμασταν με τα «υπαρξιακά» μας, τα «φενγκ σούι», τα «ροκ» και τα «ποπ», αναθέσαμε την φύλαξή τους στην... νταντά της τηλεθέασης και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών.

Κατόπιν, τα στείλαμε και στο εξωτερικό για να «ολοκληρώσουν» τις σπουδές τους... ή αλλιώς, τον αφελληνισμό τους. Τι κι αν τα βλέπαμε κάπως αλλοιωμένα - με σκουλαρίκια, κινέζικα τατουάζ, αλλόκοτη ένδυση - κάθε φορά που επέστρεφαν για διακοπές; Παιδιά ήταν. Θα τους περνούσε. Όμως όχι μόνο δεν τους «πέρασε», αλλά έγιναν και πρότυπα προς μίμηση για την εν Ελλάδι φοιτητική ζωή – ξεφάντωμα, σφηνάκια, πασαρέλα... (Πρόσφατα μάλιστα γνωστή τράπεζα διαφήμιζε «μοναδικό» φοιτητικό δάνειο με «σταφιδιασμένο» φοιτητή να περιλούεται στην μπανιέρα με μπύρες...) Ο αχαλίνωτος εκφυλισμός σε όλο του το μεγαλείο.

Κι αν εμείς δημιουργήσαμε «αναρχικούς» άνευ Ελληνικών αρχών στα σπίτια μας, οι πορφυρογέννητοι, ξενοσπουδαγμένοι 20άρηδες της δεκαετίας του 80 εξασφάλισαν την διαιώνησή τους. Γόνοι βολεμένων πολιτικάντιδων και νεόπλουτων επαρχιωτών, αυτοί θα επέστρεφαν από τις σπουδές τους χρισμένοι «κοσμοπολίτες», πολέμιοι της συνέχισης του ελληνισμού, ή αλλιώς, νεκροθάφτες της πατρίδος. Η διεθνιστική παιδεία της Εσπερίας τους είχε νουθετήσει ότι η έννοια του «έθνους» ήταν παρωχημένη - επίπλαστη σύλληψη των Ευρωπαίων ρομαντικών των περασμένων αιώνων. Ανίκανοι (οι περισσότεροι) να κάνουν αναγωγή στην μεγαλύτερη εθνική εορτή που γιόρταζε ο Ελληνισμός προ δυόμισι χιλιάδες χρόνια – τους Ολυμπιακούς Αγώνες - όχι μόνο θα το «έχαβαν», αλλά και ενθέρμως θα το προήγαγαν από τις θέσεις εξουσίας που σήμερα έχουν καταλάβει στην παιδεία και στο ευρύτερο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Μην απορούμε, λοιπόν, για την μεθοδική υπεραπλούστευση της Ελληνικής γλώσσας και την «μνημοκτόνο» διδασκαλία της ιστορίας μας ...

Ακόμη αναρωτιόμαστε για τα μολότοφ και τις πέτρες; Η αναδυόμενη γενιά, αυτή από την οποία (με την ξενόφερτή μας στάση ζωής) έχουμε στερήσει κάθε όραμα, κάθε αξία, από δω και πέρα θα ξεσηκώνεται με κάθε αφορμή για να εκδικείται χαιρέκακα τους δήμιούς της. Επικίνδυνο είναι το ότι, ελλείψει δικών τους οραμάτων, υιοθετούν αυτό των λαθρομεταναστών που όλο και πιο συχνά ξεσηκώνονται μαζί τους. Αυτό που τους ενώνει είναι το αδησώπητο μίσος για τους προύχοντες.

Υπάρχει ελπίδα; Θέλω να πιστεύω πως ναι. Αλλά τί ειρωνεία! Τον δρόμο μας τον δείχνει ο προαναφερόμενος Αλβανός. Ναι, αυτός ο ξένος, επαφυώμενος στην Ελληνική γη, αντλεί όλες της θρεπτικές της ουσίες και προκόβει προσφέροντάς της ως σπονδή τον ιδρώτα του. Δυναμώνει σαν τον μυθικό Ανταίο – υιό της Γαίας, αήττητος όσο ήταν ριζωμένος σε αυτήν. (Βεβαίως, η απόκτηση του Μερσεντές είναι παράδειγμα προς αποφυγήν, καθώς πρέπει να μετριάζουμε τις καταναλωτικές μας ορέξεις...)

Όσο κι εμείς ήμασταν ριζωμένοι στην γη μας, πριν την μεταπολιτευτική λαίλαπα, παρά τις τόσες χούντες, τους τόσους πολέμους και τους τόσους κατακτητές, πάντοτε ορθοποδούσαμε δυνατότεροι. Σήμερα, που προδώσαμε την δική μας γη και ταυτότητα, περιφρονώντας ό,τι μας είχε προσφέρει - από τους καρπούς της έως και τον πολιτισμό που μας ενέπνεε – οδεύουμε προς την μοίρα του Ανταίου, που όταν έχασε την επαφή του με την μητέρα γη τον σύνθλιψε ο Ηρακλής!

Κλείνοντας, ας θυμηθούμε το συντομότερο ανέκδοτο όλων των εποχών – το «Αλβανός Τουρίστας». Εάν ακολουθήσουμε την σημερινή μας πορεία ως έθνος, δεν απέχουμε πολύ από το γέλιο που θα εμπνέει η αντιστροφή του στο «Έλληνας τουρίστας...». Το τελευταίο είναι πολύ εφικτό όσο τα παραπλανημένα, μαμόθρεφτά μας νιάτα πατάνε μόνο τσιμέντο και βρίσκουν «άσυλο» στα εκπαιδευτικά ιδρύματα όπου καταστρέφονται οι ψυχές τους.

Ας ελπίσουμε ότι οι νέοι μας θα αποκτήσουν ένα δικό τους Ελληνικό όραμα που θα τους καταστήσει άξιους να μας εκφωνήσουν αυτό που ανακοίνωναν στις απερχόμενες γενιές τα Σπαρτιατόπουλα: «Άμμες δέ γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες» - «Εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροί σας»

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

ΤΟ ΚΟΥΦΑΡΙ ΕΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Παραπάνω από δεκαοκτώ δεν πρέπει να ήτανε, αλλά σίγουρα αποτελούσε ένα από τα πιο οξύμωρα σχήματα που είχα αντικρίσει έως τότε. Το σπινθηροβόλο βλέμμα του, η λαλιά του, αλλά και το όλο του παρουσιαστικό με ανήγαγαν στα ριζίτικα βουνά της Κρήτης. Άλλος αέρας. Παντελώς αταίριαστος με τα νεγρο-αμερικάνικα ακούσματα που ηχούσαν διαπασών στο ημιυπόγειο διαμέρισμα που είχε μόλις νοικιάσει στα Χανιά.

«Καλά βρε φίλε, τι σχέση μπορεί να έχει ένας Κρητίκαρος του λόγου σου με αυτά που θυμίζουν τα κατώγεια της Νέας Υόρκης;» Αξέχαστη θα μου μείνει η ταραχή στο ύφος του με αυτό μου το σχόλιο αφού πρώτα τον είχα παρακαλέσει να χαμηλώσει τη μουσική εν ώρα κοινής ησυχίας.

Αυτός έσβησε το στέρεο, και με πληγωμένο το φιλότιμο είπε: «Συγνώμη σύντεκνε, έχεις δίκιο. Δεν είμαι τούτοσές που δείχνω. Απλά ήθελα ν’ ακούσω αυτά π’ ούλοι ακούν έπαέ στη πόλη για να μοιάσω…»

Γίναμε φίλοι. Όταν τον γνώρισα καλύτερα, γνώρισα και τον πλούσιο κόσμο που ήθελε να αφήσει, αλλά αργότερα, κι αυτόν όπου του έμελλε να ενταχθεί.

Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80, η αρχή του τέλους του Ελληνικού πολιτισμού της υπαίθρου – τότε που ο κάθε πολιτικάντης, εκμεταλλευόμενος την αστυφιλία που είχε εκδηλωθεί τις προηγούμενες δεκαετίες, ψηφοθήριζε στα χωριά με το ελεύθερο να διορίσει ψηφοφόρους ή τα παιδιά τους σε κρατικές και δημόσιες υπηρεσίες όπως στην αστυνομία, στις εφορίες, στις τράπεζες, στα ασφαλιστικά ταμεία, στην Ολυμπιακή, στα νοσοκομεία, στα ΕΛΤΑ, στους δήμους κτλ.

Σήμερα, αναλογιζόμενοι τις τόσες ραγδαίες μεταλλάξεις στο τόπο μας, όπως την εγκατάλειψη και εξαθλίωση της υπαίθρου, την υπογεννητικότητα, το ξεπούλημα της γης μας, την ανεξέλεγκτη εισβολή-επιβολή λαθρομεταναστών και την εκτόξευση της εγκληματικότητας, καλά θα κάνουμε να κρίνουμε τους εαυτούς μας που συνετέλεσαν στα προαναφερθέντα - τους Μανωλιούς και Σηφαλιούς που έπρεπε να «μοιάσουν», ή αλλιώς, να αλλοιωθούν στα χωνευτήρια των πόλεων, εκτιθέμενοι στην ομογενοποίηση μιας μαζικής, ξενόφερτης κουλτούρας που τότε (ίσως όχι και τόσο αθώα) προήγαγε η ΕΡΤ.

«Να παίζει το τρανζίστορ τ’ Αμερικάνικα... να περπατάς στους δρόμους με το μπουφάν στους ώμους...» Τα τραγούδια της εποχής ανακλούσαν το ρεύμα.

Ίσως όχι και τόσο τυχαία είχαν υποβαθμισθεί γλώσσα και παιδεία για τα χωριατόπουλα που θα εισέρεαν στα σχολεία των πόλεων, καθώς πολλοί χωρικοί συνδικαλιζόταν κομματικά για να διορισθούν σε κάποια υπηρεσία. Και ενώ στα τότε ακόμα ζωντανά χωριά τους τα παιδιά αυτά θα δρούσαν σε έναν κόσμο αληθινό, όπου θα συναναστρεφόταν με όλες τις ηλικίες, μαθαίνοντας πως να παράγουν τροφή, πως να φτιάχνουν ένα σπίτι, ένα σκάφος κτλ, τώρα θα εντασσόταν ολομερής και αποκλειστικά με συνομήλικούς τους σε ένα σύστημα που θα επιμήκυνε την ανωριμότητα και την εξάρτηση. Αυτό, βέβαια, μακρόχρονα θα ωφελούσε τις μεγάλες επιχειρήσεις και το δημόσιο: Ο ανώριμος άνθρωπος είναι καταναλωτικός. Ο εξαρτημένος ζει με τον φόβο, κι αυτός είναι ο ιδανικός εργαζόμενος.

Κάπου όμως έπρεπε να φιλοξενηθεί η κοσμοσυρροή από τα χωριά. Στα πέριξ των πόλεων φύτρωσαν τσιμεντοκούτια, ενώ εντός, νεοκλασικά κτήρια κατεδαφίσθηκαν για τις αντιπαροχές πολυκατοικιών. Πολλά τότε τα Ελληνικά εργατικά χέρια. Πολλά και εύκολα τα λεφτά από τις Ευρωπαϊκές επιδοτήσεις για την ενίσχυση της αγροτιάς⋅ αυτά όμως μετουσιώθηκαν σε άναρχα, τσιμεντένια παραπήγματα, όπου ο νεόφερτος στην πόλη χωρικός, με όλα τα συμπλέγματα που του επέφερε η προσπάθειά του να «μοιάσει», θα γινότανε... «αστοχωριάτης». Ανυπόφορη η ατμόσφαιρα στις δημόσιες υπηρεσίες, καθώς άνθρωποι συνηθισμένοι να αναπνέουν υπαίθριο αέρα, τώρα ασφυκτιούσαν πίσω από καπνόμιχλα γραφεία όπου με τεντωμένα νεύρα κολλούσαν ένσημα. Κι αν δεν οσφριζόταν κανείς τη «χωριατίλα» στο δημόσιο, σίγουρα την κουτούλαγε στους δρόμους, καθώς πολλοί που πλούτισαν ως εργολάβοι πρόχειρων κατασκευών έβγαζαν τα απωθημένα τους πλουτίζοντας και τις αυτοκινητοβιομηχανίες της Μερσεντές και της BMW. Το «αυτοκίνητο» έγινε «το ερ-γα-λείο»⋅ αλλά όχι τόσο για χρήση, όσο για την επίδειξη της οικονομικής ισχύος του νεόπλουτου. Ωστόσο, τα αγροτικά που κάποτε μετέφεραν σοδειές, τώρα πια κόμιζαν τετρακίνητο εγωισμό...

«Μασκαρά - Γκρέκο Μασκαρά … Τρόμπα, φιγούρα, σαχλαμάρα κι άρπα-κόλλα…» Εάν μη τι άλλο, η όλη κατάσταση ενέπνευσε και τραγούδια όπως αυτό του Γιάννη Μιλιώκα. Για τον «αστοχωριάτη» όμως, τα σκυλάδικα είχαν τον πρώτο λόγο. Εκεί βρήκε την «καλλιτεχνική» εκδήλωση που έδενε απόλυτα με το κιτς περιβάλλον του. Εκεί μπορούσε να επιδείξει το νεοπλουτισμό του με σπονδές από σαμπάνια και γαρύφαλλα. Εκεί λαξεύτηκε και η ταφόπλακα του Ελληνικού ερωτισμού που παλαιότερα ενέπνεε Χατζιδάκη, Μαρκόπουλο και Ξαρχάκο. Κι αν η ύπαιθρος κάποτε έδενε τα χέρια των χορευτών σε κύκλους, αντιπροσωπευτικούς μίας αλληλέγγυης κοινωνίας, η τσιμεντούπολη εκδηλωνόταν δια της επιδεικτικής ζεϊμπεκιάς ή του πιθηκισμού του ξενόφερτου σέικ. Και πως να έδεναν τα χέρια σε κοινωνίες όπου οι φιλίες είχαν γίνει χρησιμοθηρικές και όπου οι «πετυχημένοι» θα εισέπρατταν τον φθόνο αυτών που οι πόλεις είχαν απορρίψει ή, χειρότερα, τσακίσει;

Ο Αριστοτέλης είχε παρατηρήσει ότι χωρίς πλήρη ενεργή συμμετοχή στον κοινωνικό βίο δεν υπήρχε ελπίδα για κάποιον να αναπτυχθεί ως υγιής άνθρωπος. Οι προϋποθέσεις για τέτοια συμμετοχή υπήρχαν μόνον όσο στην ύπαιθρο υπήρχαν ζωντανά χωριά και στις πόλεις γειτονιές που τώρα πια είχαν πνιγεί από πολυόροφα «μαυσωλεία».

Το αντίκτυπο του «θέλω να μοιάσω» είχε τραγικές δημογραφικές και πολιτισμικές συνέπειες στον τόπο. Ο αστοχωριάτης, τραγελαφικά διχασμένος μεταξύ της χωρικής και αστικής του ταυτότητας, πολλά παιδιά δεν έκανε. Κι αυτά που έκανε, ή έφερε από το χωριό, έκαναν ακόμη λιγότερα, επειδή δεν είχαν όραμα πέρα από το να μοιάσουν κι αυτά με τους τηλεοπτικούς ήρωες ενός «Λάιφ Στάιλ» (των ελεύθερων και ωραίων, δηλαδή). Ξεκομμένος από τις ρίζες του στην ύπαιθρο και την παράδοση που έδενε τις οικογένειες, ο Έλληνας ρίχθηκε στην κατανάλωση του ο’ τι ξενόφερτου που θα τον συνταίριαζε με τα πρότυπα της τηλεοπτικής φαντασιοπληξίας. Πρότυπα που θα ανέβαλαν τον γάμο, θα αύξαναν τις εφήμερες σχέσεις, τις εκτρώσεις, ή αλλιώς, θα κατέστρεφαν το δομικό υλικό μίας κοινωνίας – την οικογένεια.

«Εάν θέλεις να καταστρέψεις ένα έθνος, να επιμηκύνεις τα παραγωγικά χρόνια της νεολαίας του πίσω από τα θρανία», είχε προφητικά δηλώσει ο διάσημος ιστορικός Arnold J. Toynbee. Τα τέκνα αυτών των ολιγομελών οικογενειών, επί το πλείστον της μασημένης τροφής, γέμισαν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας και του εξωτερικού με αιώνιους φοιτητές που έπρεπε να εκπληρώσουν τα απωθημένα των γονέων τους για «μόρφωση», με κάθε κόστος! Εκεί πολλοί θα έβγαζαν τα δικά τους απωθημένα που τα είχε γεννήσει μια «δημοσιο-υπαλληλίστικη» παιδεία που, αντί για ενάρετους Έλληνες πολίτες, θα παρήγαγε μισέλληνες αναρχικούς. «ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΣΤΕ ΚΑΙ ΦΑΙΝΕΣΤΕ» θα ήταν το σύνθημα διάσπαρτα γραμμένο όπου υπήρχαν Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Αναδυόμενοι από μια μνημοκτόνο παιδεία της καφετέριας (καθώς εκεί κατέληγαν οι περισσότερες γυμνασιακές τους εκδρομές), το μόνο μέλλον προς το οποίο θα μπορούσαν να αποβλέπουν ήταν αυτό για το οποίο μεθοδικά τους προετοίμαζε το σύστημα: το πως να είσαι ένας καλός Αιγύπτιος που ξέρει τη θέση του στη πυραμίδα.

Αυτό που φοβίζει είναι ότι αντί για έναν Παπαδιαμάντη ή έναν Καζαντζάκη, η διανόηση της τρέχουσας κατάστασης αναπτύσει τους πιο χαρακτηριστικούς της τύπους: τον διευθυντή σχολείου... τον δημόσιο υπάλληλο... τον δικηγόρο... Όπως επίσης φοβίζουν οι ακροδεξιοί και οι ακροαριστεροί κλυδωνισμοί που διαφαίνονται όταν η ουσιαστική διανόηση φιμώνεται από τη νέα τάξη του «πολιτικά ορθού».

Πάντως, το σίγουρο είναι ότι η μόρφωση δεν κατάφερε να αποτινάξει τη «χωριατίλα» του «θέλω να μοιάσω». Ο αδιάκριτος πιθηκισμός καλά κρατεί στο πανελλήνιο. Ελλείψει παραδοσιακών σημείων αναφοράς, καθώς πολλοί γονείς είναι τώρα πια γεροροκάδες, γεροντισκόβιοι και γερομπλουζάδες, η επόμενη γεννιά φοράει ρούχα μερικά μεγέθη μεγαλύτερα από το κορμί τους και μαθαίνει χιπ χοπ. Τα δημοφιλή περιοδικά βρίθουν ξενόγλωσων τίτλων και λεξιλογίου, ενώ εκπαιδευτικοί του Καποδιστρίου Πανεπιστημίου προωθούν την λατινική γραφή της ελληνικής. Οι πολιτισμικές αντιστάσεις στην απόλυτη ομογενοποίηση ή αποχαύνωση με γνώμονα τον πιο κοινό παρονομαστή – την Αμερικάνικη κουλτούρα – καθιστούνται ανύπαρκτες.

Κι όλα αυτά, επειδή σκοτώσαμε τη φύτρα – τα χωριά μας. Ναι, εάν κάποτε οι πόλεις μας ήσαν τα λουλούδια, τα χωριά αποτελούσαν τις ρίζες και το λίπασμα. Εκεί στην ύπαιθρο σμιλευόντουσαν οι ανδρειωμένοι, η λεβεντιά, οι μύθοι, οι παραδόσεις – η απόσταξη των οποίων εισέρεε στις πόλεις, όπου κατεργαζόταν λογοτεχνικά, μουσικά και εικαστικά. Κι αν οι πιο «εκλεπτυσμένοι» αστοί ενίοτε περιφρονούσαν τους «αγροίκους» για την «αξεστιά» τους, όταν έπεφταν οι πόλεις στους εκάστοτε κατακτητές, ο Έλληνας χωρικός εξακολουθούσε να αποτελεί την διαχρονική πηγή της ένοπλης αντίστασης, την αναπαραγωγή του έθνους και του εργατικού δυναμικού, την φυσική εξέλιξη της γλώσσας, τον αγωγό μνήμης και εθίμων. Τότε πράγματι μπορούσαμε να τραγουδάμε: «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει...»

Κάποια στιγμή, τα οικονομικά πακέτα στέρεψαν. Κι όσοι δεν είχαν διορισθεί στο δημόσιο ή δημιουργήσει μία καλύτερη τύχη στον ιδιωτικό τομέα, τώρα θα ξεπουλούσαν τα πατρογονικά τους χωράφια στις κατασκευαστικές εταιρείες για να στηρίξουν την αστυφιλία τους.

Σήμερα, στοχαζόμενοι τα ρημαγμένα μας χωριά και την δημογραφική τους μετάλλαξη, όπου πλέον αλλοδαπός ιδρώτας ποτίζει τους περιβάλλοντες αγρούς, οι κατέχοντες μνήμη άνω των σαράντα συχνά κυριεύονται από θλίψη και νοσταλγία για έναν πολιτισμό νεκρό πλέον – καταβροχθισμένο από τις πόλεις, που κι αυτές με την σειρά τους έχουν βαρυστομαχιάσει. Κι αν το φυσικό επακόλουθο του θανάτου είναι η αποσύνθεση, συνεπικουρούμενη από τα σκουλήκια, έτσι και η γόνιμη γη της υπαίθρου ξενοπωλείται και διαμελίζεται με την αδηφάγο δράση κατασκευαστών, τραπεζών και κτηματομεσιτών – οι μόνοι οργανισμοί που ευδοκιμούν σε περίοδο πολιτισμικής σήψης. Αλλά κι αυτοί, όπως και τα σκουλήκια, είναι καταδικασμένοι να αλληλοσπαραχθούν όταν δεν έχει μείνει πλέον τίποτα στο κουφάρι.

Και ω, τί ειρωνεία! Οι αποσυνθετικοί οργανισμοί είναι ξένοι πλέον, καθώς οι αλλοδαποί εργάτες, πάνω στα χαμηλόμισθα χέρια των οποίων μόλις πριν μία δεκαετία πλούτιζαν οι ντόπιοι, τώρα γίνονται τα αφεντικά με τις ευλογίες ενός πολιτικού συστήματος που δεν αναγνωρίζει έθνος πια, αλλά μόνο ψηφοφόρους που θα του εξασφαλίσουν την εξουσία πάνω στο κουφάρι.

Εμείς οι νεοέλληνες, τα υβριδικά πλέον απομεινάρια αυτού του φθίνοντος πολιτισμού, αενάως παραπονούμενοι για την κατάντια της χώρας μας την τελευταία τριανταετία, θα πρέπει να αποδώσουμε ευθύνες στους εαυτούς μας για όλα τα δεινά. Θα πρέπει να ανατρέξουμε στις αιτίες που επέτρεψαν στους καιροσκόπους και στους πολιτικάντηδες να υποβαθμίσουν όλους τους θεσμούς με έναν ατέρμονο καταιγισμό νεωτερισμών, μεταρρυθμίσεων και αλλαγών που τσάκισαν την ραχοκοκαλιά του τόπου - την παραγωγική χωρική οικογένεια - και αφαίμαξαν την ύπαιθρο από τα Ελληνικά της νιάτα.

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΥ ΖΑΧΑΡΙΟΥ

Σημείωση: Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα Χανιά δύο εβδομάδες πριν των ταραχών των "κουκουλοφόρων" της 7ης Δεκεμβρίου